ανατριχίλα


ανατριχίλα
[анатрихила] ουσ. Θ. содрогание, дрожь,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανατριχίλα" в других словарях:

  • ανατριχίλα — ανατριχίλα, η και ανατρίχιασμα, το, ατος το αποτέλεσμα του ανατριχιάζω, φρικίαση, ρίγος: Από το φόβο τους ένιωθαν ανατριχίλες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανατριχίλα — η 1. η ανόρθωση των τριχών από φόβο, κρύο ή συγκίνηση 2. το ρίγος του πυρετού …   Dictionary of Greek

  • σύγκρυος — α, ο, Ν [κρύος] 1. αυτός που συνοδεύεται από ρίγος, από ανατριχίλα 2. το ουδ. ως ουσ. το σύγκρυο ρίγος, ανατριχίλα …   Dictionary of Greek

  • -ίλα — (Μ ίλα) υστερομεσαιωνική και νεοελληνική κατάλ. θηλυκών ονομάτων, χαρακτηριστική αφηρημένων (πρβλ. ανατριχ ίλα, ξεφτ ίλα) κυρίως όμως ουσιαστικών που δηλώνουν δυσάρεστη οσμή (πρβλ. ξιν ίλα, ποδαρ ίλα). Η δήλωση τής δυσάρεστης οσμής οδήγησε τον Γ …   Dictionary of Greek

  • ανάτριχος — η, ο (Μ ἀνάτριχος, η, ον) [θριξ, τρίχα] 1. αυτός που ανατριχιάζει, που έχει τις τρίχες σηκωμένες 2. αυτός που προκαλεί ανατριχίλα 3. επίρρ. ανάτριχα α) με τις τρίχες σηκωμένες β) αντίθετα από τη φορά των τριχών, κόντρα …   Dictionary of Greek

  • ανατριχιάζω — 1. αισθάνομαι τις τρίχες μου να σηκώνονται από το κρύο, τον φόβο ή την οργή 2. σιχαίνομαι, αηδιάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αόρ. του ανατριχιώ < ανατριχώ < ανα * + τρίχα. Η λ. μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα Άστυ. ΠΑΡ. ανατρίχιασμα,… …   Dictionary of Greek

  • ανατριχιαστικός — ή, ό 1. εκείνος που προκαλεί ανατριχίλα 2. αυτός που προκαλεί φρίκη ή αηδία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανατριχιάζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1895 στον λογοτέχνη Νικόλαο Επισκοπόπουλο] …   Dictionary of Greek

  • ασπρίλα — η 1. η ασπράδα, η λευκότητα 2. το ξάσπρισμα, η αλλοίωση του χρωματισμού 3. η χλωμάδα, η ωχρότητα («η ασπρίλα του νερού»). [ΕΤΥΜΟΛ. < άσπρος + (κατάλ.) ίλα (πρβλ. ανατριχίλα, κοκκινίλα, μαυρίλα κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • αύρα — I Όνομα μυθολογικών προσώπων και ζώων. 1. Θεότητα της ελληνικής μυθολογίας, κόρη του Τιτάνα Λήλαντα και της Περίβοιας. Αγαπημένη της ασχολία ήταν το κυνήγι και εξορμούσε, γρήγορη σαν τον άνεμο, μαζί με τις άλλες συνοδούς της Αρτέμιδας. Ο σφοδρός… …   Dictionary of Greek

  • κρυάδα — (Μ κρυάδα) 1. το αίσθημα τού κρύου, το κρύο, η ψυχρότητα 2. κρυολόγημα στον πληθ. οι κρυάδες ρίγος, τρεμούλα, σύγκρυο νεοελλ. 1. ανατριχίλα, φρικίαση 2. μτφ. απροθυμία, αδιαφορία 3. μτφ. σαχλό αστείο («είπε πάλι τις κρυάδες του κι έφυγε») 4. φρ.… …   Dictionary of Greek